
Το Παραμύθι του SOUARE MOUARE Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια νεράιδα που την έλεγαν Σοφία. Την φώναζαν Η ΝΕΡΑΪΔΑ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ, γιατί έτσι λεγόταν και το μέρος όπου ζούσε. Ήταν πολύ όμορφη, τσαχπίνα και έξυπνη, με κατακόκκινες ζωηρές μπούκλες. Μέσα στα μαλλιά της κρυβόταν κάθε μέρα ο φλογερός ήλιος και, αν την άγγιζες, ένιωθες τη ζεστασιά του. Ζούσε σε ένα όμορφο σπιτάκι φτιαγμένο από ζάχαρη και κανέλα. Γύρω γύρω απλώνονταν μεγάλα δέντρα γεμάτα πορτοκάλια και μυρωδάτες κανέλες. Η νεράιδα ήταν ξακουστή σε όλο τον κόσμο για την κρυστάλλινη φωνή της όταν τραγουδούσε τα υπέροχα τραγούδια της και για τις μαγικές, νόστιμες δίπλες που έφτιαχνε. Τις έδινε πρώτα στα παιδάκια για να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα. Μετά τα άγγιζε με το μαγικό ραβδί της και εκείνα άρχιζαν να γελάνε και να πηδάνε από τη χαρά τους. Γι’ αυτό την αγαπούσαν μικροί και μεγάλοι. Μαζί της ζούσε και ένα παράξενο, σκανταλιάρικο ξωτικό που τη βοηθούσε να μαζεύει τα πορτοκάλια και τις κανέλες. Το όνομά του ήταν ΠΟΡΤΟΚΑΝΕΛΑΣ. Κάθε μέρα ο ΠΟΡΤΟΚΑΝΕΛΑΣ έριχνε χρυσόσκονη και νεραϊδοσκόνη σε όλο το σπίτι και τον κήπο για να υπάρχει παντού μαγεία. Μια μέρα, ενώ η νεράιδα είχε απλώσει πάνω στο τραπέζι όλα τα υλικά για να φτιάξει τις τραγανές της δίπλες, συνέβη κάτι μαγικό. Την ώρα που κατέβηκε στο κελάρι για να πάρει περισσότερη ζάχαρη για το σιρόπι, ένα γεροδεμένο πορτοκάλι ερωτεύτηκε την όμορφη, λυγερή κανέλα. Της έπιασε το χέρι και της ψιθύρισε: «Έλα να πηδήξουμε μαζί μέσα στο καυτό σιρόπι, για να μείνουμε για πάντα καραμελωμένοι και αγαπημένοι.» Η κανέλα χαμογέλασε… και με ένα σάλτο βρέθηκαν και οι δύο μέσα στην κατσαρόλα που κοχλάζε. Όταν η νεράιδα γύρισε στην κουζίνα, ένιωσε ένα άρωμα που ποτέ δεν είχε ξαναμυρίσει. Ήταν τόσο γλυκό που την ζάλισε. Πλησίασε την κατσαρόλα… και μέσα από το σιρόπι που κοχλάζε, από αυτόν τον μεγάλο έρωτα γεννήθηκε ένα πανέμορφο παιδάκι γεμάτο σπίθα και μπρίο. Πετάχτηκε έξω και με παιχνιδιάρικη φωνή είπε: «Εσύ είσαι η μανούλα μου… σε αγαπάω πολύ.» Η νεράιδα, σαστισμένη αλλά συγκινημένη, το αγκάλιασε και από εκείνη τη στιγμή το αγάπησε με όλη της την καρδιά. Και εκείνη τη στιγμή του έδωσε και ένα μοναδικό, όμορφο όνομα: SOUARE MOUARE Ένα όνομα γεννημένο από τα αρχικά της νεράιδας ΣΟΦΙΑ ΜΠΟΥΡΑ. Από τότε η νεράιδα, το μικρό SOUARE MOUARE και το σκανταλιάρικο ξωτικό ΠΟΡΤΟΚΑΝΕΛΑΣ έτρεχαν μαζί στα λιβάδια και στα ποτάμια. Μάζευαν λουλούδια, χάντρες, φύλλα, κεχριμπάρι, μέλι, μετάξι, φρούτα, νέκταρ από τριαντάφυλλα, ημιπολύτιμες πέτρες, κοχύλια, κλαδιά και διάφορα μέταλλα και έπαιζαν μαζί με αυτά. Τα παιχνίδια που έφτιαχναν με τα χέρια τους και τη φαντασία τους τα ονόμασαν: ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ. Σιγά σιγά ο κόσμος γέμισε παντού με τα μαγικά και διάσημα κοσμήματα της αφθονίας, που μύριζαν πορτοκάλι και κανέλα. Όποιος τα φορούσε ένιωθε υγεία, πλούτο, κέφι, διάθεση, χαρά, δράση, επιθυμίες, πίστη, όραμα και επιτυχίες. Όλα τα όμορφα κολλούσαν πάνω τους σαν τη ζάχαρη και την κανέλα. Και όλα λειτουργούσαν υπέρ τους και όλα γίνονταν για το καλό τους. Και όποιος άντρας δεν αγόραζε δώρο στη γυναίκα του… η νεράιδα Σοφία τον έκανε βάτραχο. Μετά τους έβαζε στην κατσαρόλα της, τους ανακάτευε καλά καλά με την κουτάλα της και τους έβραζε για ώρα… μέχρι που τους μεταμόρφωνε σε λαμπερά κοσμήματα. Και τα βατραχοπόδαρα… αυτά τα έκανε τα πιο σπάνια σκουλαρίκια. Η νεράιδα, το SOUARE MOUARE και ο ΠΟΡΤΟΚΑΝΕΛΑΣ ήταν ευγνώμονες για όλα όσα είχαν και πάνω απ’ όλα για την αγάπη που ένιωθε ο ένας για τον άλλον. Ήταν γεμάτοι καλοσύνη και είχαν μεγάλο πάθος να δημιουργούν. Και έτσι ζούσαν μια χαρισάμενη, ευτυχισμένη ζωή γεμάτη τύχη και μαγεία. ΑΜΠΡΑ ΚΑΤΑΜΠΡΑ